Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
χασμωδία
χασμωδιώδης
χατέω-ῶ
χασμωδιώδης,
ης, ες,
abondant en hiatus,
Rhét.
3, 544 W.
Étym.
χασμωδία,
-ωδης
.