Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διαδιδράσκω
διαδίδω
διαδίδωμι
δια·δίδω,
postér.
c.
διαδίδωμι
,
NT.
Luc.
4, 35
.
Étym.
διά, δίδω
,
v. ce mot
.