Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διαλείχω
διάλειψις
διαλεκτέον
διάλειψις,
εως,
ion.
ιος
(
ἡ
)
intervalle,
Hpc.
Art.
802 ;
DL.
7, 51
.
Étym.
διαλείπω
.