Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διάγκυλος
διαγκωνισμός
διαγλαύσσω
διαγκωνισμός,
οῦ
(
ὁ
)
action de s’appuyer sur le coude,
Plut.
M.
644
a
.
Étym.
διά
,
*ἀγκωνίζομαι
,
de
ἀγκών
.