Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διαφαύσκω
διαφεγγής
διαφειμένος
δια·φεγγής,
ής, ές
(
seul.
cp.
-έστερος
) transparent,
Luc.
Am.
26
.
Étym.
διά, φέγγω
.