Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διαπιθανεύομαι
διαπικραίνομαι
διάπικρος
δια·πικραίνομαι
[
πῐ
] (
seul.
prés. 3 pl.
-αίνονται
) être très amer,
c. à d.
très dur :
πρός τινα
,
Plut.
M.
457
a
, pour qqn.