διαπιθανεύομαι

διαπικραίνομαι

διάπικρος
δια·πικραίνομαι [πῐ] (seul. prés. 3 pl. -αίνονται) être très amer, c. à d. très dur : πρός τινα, Plut. M. 457a, pour qqn.