Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διατριπτέον
διατριπτικός
διάτριτος
διατριπτικός,
ή, όν,
avec double sens,
qui use par le frottement et qui retarde,
Ar.
Lys.
943
.
Étym.
διατρίϐω
.