Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
διατρέω
διάτρησις
διατριϐή
διάτρησις,
εως,
ion.
-ιος
(
ἡ
) action de percer,
d’où
ouverture, pore,
Hpc.
412, 32 ;
Gal.
4, 522
.
Étym.
διατρέω
.