Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
δονακοτρόφος
δονακόχλοος
δονακώδης
δονακό·χλοος,
οος, οον
(
acc. sg. irrég.
δονακόχλοα
) [
ᾰκ
] verdoyant de roseaux,
Eur.
I.T.
400
.
Étym.
δόναξ, χλόα
.