δονακοτρεφής

δονακοτρόφος

δονακόχλοος
δονακο·τρόφος, ος, ον [] qui produit (litt. qui nourrit) des roseaux, Thgn. 785 ; Eur. I.A. 179.
Étym. δόναξ, τρέφω.