δυσέκδρομος

δυσεκθέρμαντος

δυσεκθερμάντως
δυσ·εκθέρμαντος, ος, ον [] difficile à échauffer, Plut. M. 625a ; Gal. 6, 352, etc.
Étym. δ. ἐκθερμαίνω.