Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
δύσπλοος-ους
δύσπλυτος
δύσπλωτος
δύσ·πλυτος,
ος, ον
[
λῠ
] difficile à laver,
Hpc.
644, 40
.
Étym.
δ. πλύνω
.