Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
δύσπλυτος
δύσπλωτος
δυσπνοέω-οῶ
δύσ·πλωτος,
ος, ον,
c.
δύσπλοος,
Anth.
7, 699
.
Étym.
δ. πλώω
.