δυστήρητος

δυστίϐευτος

δυστιθάσευτος
δυ·στίϐευτος, ou mieux δυσ·στίϐευτος, ος, ον [] dont il est difficile de suivre la trace, Plut. M. 917e, 918a.
Étym. δ. στιϐεύω.