Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
δυστίϐευτος
δυστιθάσευτος
δυστλήμων
δυσ·τιθάσευτος,
ος, ον
[
ῐ
] difficile à apprivoiser,
Str.
705 ;
Plut.
M.
529
b
;
Artém.
2, 46 ;
3, 12
.
Étym.
δ. τιθασεύω
.