Δημότιμος

δημότις

Δημοτίων
δημότις, ιδος ()
1 femme du peuple, p. opp. à βασίλισσα, Pol. 23, 18, 7 ; à αἱ εὐγενέσταται, DC. 62, 15 ||
2 femme du même dème, Ar. Lys. 333 ||
E Dor. δαμό- [] Thcr. Idyl. 28, 22.
Étym. fém. de δημότης.