ἔγκρασις

ἐγκρασίχολος

ἐγκράτεια
ἐγκρασί·χολος, ου () [ᾱῐ] anchois, poisson, Arstt. H.A. 6, 15 ; El. N.A. 8, 18 ; Ath. 300f ; Call. (Ath. 329a).
Étym. ἔγκρασις, χολή.