ἐπαναμένω

ἐπαναμιμνῄσκω

ἐπανάμνησις
ἐπ·αναμιμνῄσκω (ao. inf. -αναμνῆσαι) faire ressouvenir : τινά τι, Plat. Leg. 688a ; Dém. 74, 9, qqn de qqe ch. ; abs. Arstt. Mem. 1, 19.