ἐπαναμιμνῄσκω

ἐπανάμνησις

ἐπανανεόομαι-εοῦμαι
ἐπανάμνησις, εως () rappel d’un souvenir, commémoration, DH. Rhet. 10, 18 ; Nyss. 1, 291.
Étym. ἐπαναμιμνῄσχω.