εὐχροής

εὔχροια

εὔχροος-ους
εὔχροια, ας () belles couleurs, beau teint, Arstt. H.A. 7, 4, 5 ; Th. Sud. 39 ||
E Ion. -οίη, Hpc. 127a ; Arét. p. 16, 48 ; 56, 39.
Étym. εὔχροος.