εὐδοκέω-ῶ

εὐδόκησις

εὐδοκητός
εὐδόκησις, εως () approbation, consentement, Pol. 16, 20, 4 ; DH. 1, 443 Reiske ; DS. 15, 6.
Étym. εὐδοκέω.