Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
γεννηματίζω
γεννηματικός
Γεννησαρέτ
γεννηματικός,
ή, όν,
c.
γεννητικός,
Jos.
B.J.
4, 8, 3,
dout.
Étym.
γέννημα
.