Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
γέννημα
γεννηματίζω
γεννηματικός
γεννηματίζω
[
ᾰ
] produire des rejetons, se multiplier,
Aqu.
Ps.
91, 15 ;
Nyss.
Étym.
γέννημα
.