γυναικόκλωψ

γυναικοκρατέομαι-οῦμαι

γυναικοκρατία
γυναικο·κρατέομαι-οῦμαι [ῠᾰ] (seul. part. prés.) être gouverné par les femmes, Arstt. Pol. 2, 9, 7 ; DS. 2, 45 ; Plut. M. 755c.
Étym. γ. κρατέω.