γυναικοκρατέομαι-οῦμαι

γυναικοκρατία

γυναικοκτόνος
γυναικοκρατία, ας () [ῠᾰτ] domination des femmes, Arstt. Pol. 5, 11, 11 ; Str. 165 ; Plut. Cato ma. 8.
Étym. Cf. le préc.