Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
γυναικοκρατία
γυναικοκτόνος
γυναικομανέω-ῶ
γυναικο·κτόνος,
ος, ον
[
ῠ
] meurtrier d’une femme
ou
de sa femme,
Phil.
2, 581
.
Étym.
γ. κτείνω
.