ἕρση

ἑρσήεις

ἔρσην
ἑρσήεις, ήεσσα, ῆεν, Il. 14, 348 ; 24, 757, et ἐερσήεις, Il. 24, 419, couvert de rosée, baigné de rosée.
Étym. ἕρση et ἐέρση.