ἑτερομηκικὸς λόγος

ἑτερομόλιος δίκη

ἑτερόμορφος
ἑτερο·μόλιος δίκη () procès où ne comparaît qu’une des deux parties, Eust. Il. 999, 63.
Étym. ἕ. μολεῖν.