Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ἑτερομόλιος δίκη
ἑτερόμορφος
ἑτεροούσιος
ἑτερό·μορφος,
ος, ον,
d’une forme différente,
El.
N.A.
12, 16 ;
Phil.
1, 655
.
Étym.
ἕ. μορφή
.