ὁδοιπλανία

ὁδοιποιοί

ὁδοιπορέω-ῶ
ὁδοι·ποιοί, ῶν (οἱ) corps d’ingénieurs des routes, Eschn. 3, 25 Baiter-Sauppe.
Étym. ὁδός, ποιέω.