Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὁδοιπόριον
ὁδοιπόριστος
ὁδοιπόρος
ὁδοιπόριστος,
ος, ον,
qu’on peut traverser,
Bas.
3, 467
b
.
Étym.
*ὁδοιπορίζω,
c.
ὁδοιπορέω
.