ὁμόδρομος

ὁμοδυναμέω-ῶ

ὁμόεδρος
ὁμοδυναμέω-ῶ [ῠᾰ] avoir une puissance égale, Procl. Ptol. 1, 11, p. 39.
Étym. ὁμ. δύναμαι.