ὁμοδυναμέω-ῶ

ὁμόεδρος

ὁμοεθνέω-ῶ
ὁμό·εδρος, ος, ον, qui a un siège semblable, Herm. (Stob. Ecl. 1, 1102).
Étym. ὁμ. ἕδρα.