Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὅραμα
ὁραματίζομαι
ὁραματισμός
ὁραματίζομαι
[
ᾱμᾰ
] avoir une vision,
Spt.
Ps.
10, 4 ;
Esaï.
33, 20,
etc.
Étym.
ὅραμα
.