ὁσαπλασίων

ὁσάτιος

ὁσαχῇπερ
*ὁσάτιος, épq. ὁσσάτιος, α, ον [] c. ὅσος, Il. 5, 758 ; A. Rh. 1, 372, 468 ; ὁσσάτιός περ, Nic. Th. 570, m. sign.