ὁσαπλάσιος

ὁσαπλασίων

ὁσάτιος
ὁσαπλασίων, ων, ον, gén. ονος [ᾰσ] c. le préc. Arstt. Probl. 21, 22, 2.
Étym. ὅσος, -πλασιον.