ὑπασπιστής

ὑπαστράπτω

ὕπαστρος
ὑπ·αστράπτω (impf. ὑπήστραπτον, f. ὑπαστράψω, ao. ὑπήστραψα, pf. inus.) [] briller sous ou briller du reflet de, dat. Philstr. 77.