ὑπεκτρέχω

ὑπεκτροφή

ὑπεκτρώγω
ὑπ·εκτροφή, ῆς () nourriture, d’où éducation, Eur. Autol. fr. 1, 6.
Étym. ὑπό, ἐκτρέφω.