Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
ὑποψιθύρισμα
ὑπόψιλος
ὑπόψιος
ὑπό·ψιλος,
ος, ον
[
ῑ
] presque sans poils,
Ptol.
Tetr.
p. 143
.
Étym.
ὑ. ψιλός
.