Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
Ἡσυχίδες
ἡσυχικός
ἡσύχιμος
ἡσυχικός,
ή, όν,
seul. compar.
ἡσυχικώτερος,
paisible,
Plot.
Enn.
1, 339 Kirchh.
Étym.
ἥσυχος
.