ἰσοελκής

ἰσοεπίπεδος

ἰσοέτηρος
ἰσο·επίπεδος, ος, ον [Ῡῐ] d’une surface égale, Jambl. Nicom. ar. 131b.
Étym. ἴ. ἐπίπεδον.