κακοδαιμονάω-ῶ

κακοδαιμονέω-ῶ

κακοδαιμόνημα
κακοδαιμονέω-ῶ [] être malheureux, Xén. Hier. 2, 4 ; Plut. M. 76a, etc.
Étym. κακοδαίμων.