κακοδαιμονέω-ῶ

κακοδαιμόνημα

κακοδαιμονία
κακοδαιμόνημα, ατος (τὸ) [κᾰ] malheur, Bas. 1, 132 Migne.
Étym. κακοδαιμονέω.