Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
καλλίπυργος
καλλιπύργωτος
καλλίπωλος
καλλι·πύργωτος,
ος, ον
[
ῐ
]
c. le préc.
Eur.
Bacch.
19
.
Étym.
κ. πυργόω
.