Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
καλλιπύργωτος
καλλίπωλος
καλλιρέεθρος
καλλί·πωλος,
ος, ον
[
ῐ
] aux beaux poulains,
Pd.
O.
14, 2
.
Étym.
κ. πῶλος
.