Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
καλλωπιστικός
καλλωπίστρια
καλοϐάμων
καλλωπίστρια,
ας,
adj. f.
élégante, coquette,
Plut.
M.
140
b
.
Étym.
καλλωπίζω
.