Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
καταλύτης
καταλυτικός
καταλύω
καταλυτικός,
ή, όν
[
ῠ
] propre à dissoudre,
Orib.
p. 120 Matthäi
.
Étym.
καταλύω
.