Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
καταπληγής
καταπληγμός
καταπληκτικός
καταπληγμός,
οῦ
(
ὁ
) action d’être frappé, stupeur, vertige,
Spt.
Eccl.
21, 5
.
Étym.
καταπλήσσω
.