Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
καταρροΐζομαι
καταρροϊκός
κατάρροος-ους
καταρροϊκός,
ή, όν,
catarrhal,
Hpc.
1254
a
;
Plat.
Tim.
85
b
.
Étym.
κατάρροος
.