Bailly.app
Signets
Paramètres
À propos
καθορμίζω
καθόρμιον
καθοσιόω-ῶ
καθ·όρμιον,
ου
(
τὸ
) [
ᾰ
] collier,
Spt.
Hos.
2, 13
.
Étym.
κατά, ὅρμος
.